Η γενιά των εξαντλημένων μαμάδων: Γιατί οι σημερινές μητέρες νιώθουν ότι πρέπει να τα κάνουν όλα τέλεια;

Η γενιά των εξαντλημένων μαμάδων: Γιατί οι σημερινές μητέρες νιώθουν ότι πρέπει να τα κάνουν όλα τέλεια;

Να είσαι παρούσα μαμά, αφοσιωμένη σύντροφος, επαγγελματίας με φιλοδοξίες και γυναίκα που φροντίζει τον εαυτό της. Μια κοινωνιολόγος και μια ψυχολόγος εξηγούν γιατί αυτό το ιδανικό εξαντλεί.

Οι γυναίκες που μεγαλώνουν σήμερα παιδιά μπορούν να χαρακτηριστούν η γενιά των εξαντλημένων μητέρων. Δεν πρόκειται για μια υποκειμενική αίσθηση. Όπως επιβεβαιώνει η κοινωνιολόγος Μάρτα Καμπαγιέρο, καθηγήτρια πανεπιστημίου με μόνιμη θέση, πιστοποιημένη από την Άνεκα και ακαδημαϊκή διευθύντρια του μεταπτυχιακού προγράμματος Μεθόδων και Τεχνικών Εφαρμοσμένης Κοινωνικής Έρευνας της Σχολής Τεχνών και Κοινωνικών Επιστημών του Ούνιρ, πρόκειται για «ένα πλήρως τεκμηριωμένο δομικό φαινόμενο».

«Αν τη δεκαετία του 1990 οι σπουδές φύλου στην Ισπανία αναλύαν ήδη τη διαιρεμένη γυναίκα, για να περιγράψουν εκείνη την πρωτοπόρα γενιά που προσπαθούσε να συμβιβάσει την εργασία με τις οικιακές ευθύνες, σήμερα βλέπουμε μια υπερτροφική εκδοχή αυτής της δυσφορίας», εξηγεί.

Πώς φτάσαμε στη γενιά των εξαντλημένων μητέρων

«Οι σημερινές μητέρες, πιο ετερογενείς ως προς τις ταυτότητες, το μορφωτικό επίπεδο και τον τύπο του νοικοκυριού σε σύγκριση με τις προηγούμενες γενιές, έχουν ενταχθεί πλήρως στην αγορά εργασίας μέσα σε ένα περιβάλλον έντονης επισφάλειας ή επαγγελματικών απαιτήσεων, χωρίς πραγματική συνυπευθυνότητα στα ζευγάρια ούτε κοινωνική αναδιοργάνωση της φροντίδας».

Η τυραννία του «τα κάνω όλα» ατομικοποιεί τη γυναικεία ταυτότητα και στερεί από τις γυναίκες το δικαίωμα στην ξεκούραση/ Φωτογραφία: Shutterstock

Με τη διάγνωση συμφωνεί και η Μπάρμπαρα Ουάρτε Ροδρίγκες, ψυχολόγος περιγεννητικής υγείας, κλινική θεραπεύτρια EMDR και ιδρύτρια του Σέντρο Σικολόχικο Ουάρτε. Όπως λέει, η εξάντληση των μητέρων είναι μια συναισθηματική πραγματικότητα που οι ψυχολόγοι συναντούν καθημερινά στα ιατρεία τους. «Δεν είναι μόδα, είναι ένα φαινόμενο στο οποίο επιτέλους δίνουμε όνομα. Μπροστά σε αυτή την εικόνα, δεν προκαλεί έκπληξη ότι η ψυχική υγεία των μητέρων υποφέρει από μια προοδευτική και σιωπηλή φθορά, που βιώνεται πλέον ως παγκόσμιο πρόβλημα δημόσιας υγείας».

Η κοινωνιολόγος εξηγεί και τη ρίζα της σύγκρουσης ανάμεσα στις προσδοκίες και την πραγματικότητα. «Η εξάντληση είναι η συμπτωματική έκφραση της σύγκρουσης μεταξύ προσδοκιών και πραγματικότητας», λέει, και περιγράφει το όνειρο που πουλήθηκε στις γυναίκες: «Έχουν κοινωνικοποιηθεί με την υπόσχεση των ίσων ευκαιριών, αλλά βιώνουν τη μητρότητα μέσα σε ένα άκαμπτο παραγωγικό και θεσμικό σύστημα».

Οι γυναίκες που μεγαλώνουν σήμερα παιδιά μπορούν να χαρακτηριστούν η γενιά των εξαντλημένων μητέρων/ Φωτογραφία: Shutterstock

Με απλά λόγια, βγήκαν από το σπίτι, σπούδασαν και εξελίχθηκαν επαγγελματικά, όμως πίσω από τις κλειστές πόρτες παραμένουν υπεύθυνες για το νοικοκυριό και την οικογένεια.

Η Μάρτα Καμπαγιέρο επισημαίνει επίσης ότι η εξάντληση δεν επηρεάζει όλες τις γυναίκες το ίδιο, αφού καθοριστικό ρόλο παίζουν η κοινωνική τάξη και οι οικονομικοί πόροι που επιτρέπουν την ανάθεση εργασιών σε τρίτους. Κοινωνικοπολιτισμικά κινήματα, όπως το κίνημα των «Κακών Μητέρων» ή τα κοινοτικά δίκτυα αυτοφροντίδας, έδωσαν απλώς κοινωνιολογικό όνομα σε αυτή την κατάρρευση, χρησιμοποιώντας την ειρωνεία και τις συμμαχίες μεταξύ γυναικών ως βαλβίδα εκτόνωσης απέναντι σε ένα ανυπόφορο καθημερινό φορτίο.

Το ιδανικό της τέλειας μητέρας

Πολλές γυναίκες νιώθουν διαρκή πίεση να είναι ταυτόχρονα καλές μητέρες, επαγγελματίες, σύντροφοι και κόρες. Σύμφωνα με την κοινωνιολόγο, η πίεση αυτή πηγάζει από τον μύθο της σούπερ γυναίκας, «μια έμφυλη εντολή χαρακτηριστική του ύστερου καπιταλισμού, που πούλησε την ψευδή ιδέα ότι η χειραφέτηση συνίστατο στη συσσώρευση ρόλων χωρίς να εγκαταλείπεται κανένας».

Η εξάντληση δεν επηρεάζει όλες τις γυναίκες το ίδιο, αφού καθοριστικό ρόλο παίζουν η κοινωνική τάξη και οι οικονομικοί πόροι/ Φωτογραφία: Shutterstock

Και συνεχίζει: «Όχι μόνο δεν απελευθερώθηκαν από τις παραδοσιακές απαιτήσεις της φροντίδας και της συναισθηματικής στήριξης της οικογένειας και των παιδιών, αλλά ενσωμάτωσαν και τις εντολές της ανταγωνιστικότητας, της επιτυχίας και της ενεργού παρουσίας στη δημόσια σφαίρα, δημιουργώντας έναν πολλαπλασιασμό των ημερών εργασίας που πιέζει διαρκώς τα σχέδια ζωής τους».

Σε ατομικό επίπεδο, όπως επισημαίνει η ψυχολόγος Μπάρμπαρα Ουάρτε, το πρόβλημα δεν είναι μόνο η σωματική κόπωση. Είναι και η συναισθηματική και ψυχολογική επιβάρυνση που συσσωρεύεται από το νοητικό φορτίο που κουβαλούν καθημερινά οι μητέρες, με την ακλόνητη πεποίθηση ότι πρέπει να τα διαχειρίζονται όλα, δουλειά, σπίτι, παιδιά, ακόμη και χωρίς πραγματικό δίκτυο στήριξης.

Ενώ η κοινωνιολόγος μιλά για τον μύθο της σούπερ γυναίκας, η ψυχολόγος αναφέρεται στο ιδανικό της τέλειας μητέρας, το οποίο χαρακτηρίζει «καταστροφικό, άκαμπτο και ανέφικτο». Όπως λέει, «είναι ένα πολιτισμικό μοντέλο που τροφοδοτεί την ασυνείδητη πεποίθηση ότι η αξία μας εξαρτάται από το να είμαστε διαθέσιμες 100% και να θυσιαζόμαστε χωρίς όριο για τα παιδιά μας, κανονικοποιώντας τον πόνο με την ψευδή αφήγηση ότι έτσι είναι απλώς τα πράγματα».

Με τέτοιο επίπεδο κόπωσης, εξηγεί η Μπάρμπαρα Ουάρτε, είναι απολύτως φυσιολογικό να χάνει κανείς την υπομονή του, να νιώθει συντετριμμένος και να αισθάνεται ότι δεν τα καταφέρνει όλα. Είναι το ιδανικό έδαφος για αρνητικές πεποιθήσεις όπως «δεν είμαι αρκετή», «δεν το κάνω σωστά» ή «είμαι κακή μητέρα», που γεννούν μεγάλη ενοχή και απογοήτευση. «Το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι τι κάνουν, που συνήθως είναι πάρα πολλά, αλλά το απίστευτα ψηλό πήχη που βάζουν η κουλτούρα και οι δικές τους αυτοεπιβαλλόμενες απαιτήσεις στη μητρότητα, κάνοντάς την να φαίνεται αδύνατη».

Το ιδανικό της τέλειας μητέρας χαρακτηρίζεται ως «καταστροφικό, άκαμπτο και ανέφικτο»/ Φωτογραφία: Shutterstock

Το αποτέλεσμα, σύμφωνα με την ακαδημαϊκή διευθύντρια του μεταπτυχιακού του Ούνιρ, είναι μια αντιφατική απαίτηση: «η καλή επαγγελματίας οφείλει να επιδεικνύει απόλυτη διαθεσιμότητα, η καλή μητέρα εντατική παρουσία, η σύντροφος και η κόρη διαρκή συναισθηματική αφοσίωση».

Είναι, όπως την ορίζει, η τυραννία του «τα κάνω όλα», που «τελικά ατομικοποιεί τη γυναικεία ταυτότητα και στερεί από τις γυναίκες όλων των τάξεων και συνθηκών το θεμελιώδες δικαίωμα στην ξεκούραση, τον ελεύθερο χρόνο και τον προσωπικό χρόνο χωρίς ενοχές».

Και το συνοψίζει με απλό και παραστατικό τρόπο: «Στην ουσία, είναι απόδειξη του πώς άλλαξαν οι ίδιες παλιές απαιτήσεις: πριν μας ζητούσαν να είμαστε τέλειες στο σπίτι και τώρα μας ζητούν να είμαστε τέλειες παντού. Πάντα όμως πρόκειται για το να είσαι και να φαίνεσαι τέλεια».

Η τελειότητα, ωστόσο, δεν υπάρχει. Γι' αυτό η ψυχολόγος περιγεννητικής υγείας προτείνει να αφήνουμε πίσω την πίεση που βάζουμε στον εαυτό μας, να δεχόμαστε ότι υπάρχουν μέρες που δεν μπορούμε να τα κάνουμε όλα και να κατανοούμε τη σημασία του να βάζουμε όρια ή να βρίσκουμε χρόνο για αυτοφροντίδα. «Δεν είναι εγωισμός, είναι καθαρή επιβίωση», τονίζει.

«Η πραγματική συνταγή δεν είναι να τα καταφέρνουμε όλα, αλλά να μαθαίνουμε να επιλέγουμε, να αφήνουμε πράγματα πίσω και να χαμηλώνουμε τον πήχη», λέει η Μπάρμπαρα Ουάρτε. «Το μόνο πραγματικό κλειδί είναι να δίνουμε στον εαυτό μας την άδεια να είμαστε γυναίκες με σάρκα και οστά, ατελείς, ανθρώπινες και αληθινές, με ό,τι αυτό συνεπάγεται».