Τι λέει η Ψυχολογία για τους ανθρώπους που διακόπτουν συνέχεια τους άλλους
Ένα αρκετά συχνό και εκνευριστικό φαινόμενο κατά τη διάρκεια μίας συνομιλίας είναι η τάση που έχουν αρκετοί να μας διακόπτουν με την ψυχολογία ωστόσο να εξηγεί τον λόγο που συμβαίνει αυτό.
Υπάρχουν άνθρωποι που έχουν την τάση να διακόπτουν συστηματικά τους άλλους. Είτε βρίσκονται σε μια ομαδική συζήτηση είτε σε έναν διάλογο μεταξύ δύο ατόμων, δεν αφήνουν τον συνομιλητή τους να ολοκληρώσει αυτό που λέει πριν εκφράσουν τη γνώμη τους ή προσθέσουν επιπλέον πληροφορίες για το θέμα που συζητείται. Τις περισσότερες φορές, αυτή η στάση εκλαμβάνεται ως αγένεια και μπορεί να μας φέρει σε δύσκολη θέση. Ωστόσο, όσοι διακόπτουν δεν το κάνουν απαραίτητα με κακή πρόθεση, ούτε η συνήθεια αυτή σχετίζεται πάντα με την ανατροφή τους. Μερικές φορές πρόκειται για έναν τρόπο να μη χάσουν μια σκέψη που θεωρούν σημαντική για τη συζήτηση.
Η ψυχολόγος Ρεμπέκα Κάσερες, μίλησε στο ισπανικό Hola! Και ανέλυσε αυτή τη συμπεριφορά και εξηγώντας τι κρύβεται πίσω από αυτόν τον τύπο προσωπικότητας, σύμφωνα με την ψυχολογία.
Γιατί κάποιοι άνθρωποι διακόπτουν συνέχεια μια συζήτηση;
Όπως επισημαίνει αρχικά η ειδικός, όταν κάποιος διακόπτει κατ’ επανάληψη, συνήθως δεν το κάνει «εναντίον» του άλλου, αλλά για αυτόν αποτελεί έναν τρόπο επικοινωνίας και αυτορρύθμισης. «Μπορεί να υπάρχει δυσκολία στην ανοχή της αναμονής, στις απόψεις των άλλων, φόβος ότι θα χαθεί μια ιδέα, υπερδιέγερση του νου ή έντονη ανάγκη συμμετοχής και επιθυμία να έχει κανείς τον τελευταίο λόγο», αναφέρει η ψυχολόγος.
Σε πολλές περιπτώσεις, η διακοπή είναι περισσότερο ένα αυτόματο αντανακλαστικό παρά μια συνειδητή επιλογή. Πολλοί άνθρωποι που διακόπτουν δεν αντιλαμβάνονται καν ότι το κάνουν, εκτός αν κάποιος τους το επισημάνει.«Αν το διαβάζουμε μόνο ως αγένεια, μένουμε στην επιφάνεια, σε αυτό που απλώς φαίνεται. Το ερώτημα είναι τι υπάρχει από πίσω και πώς μπορεί να επιλυθεί ώστε να υπάρξει πιο μία υγιής επικοινωνία», τονίζει η Ρεμπέκα Κάσερες.
Αυτό οδηγεί στο επόμενο ερώτημα το οποίο είναι το εξής: Είναι η διακοπή πάντα ένδειξη κακής συμπεριφοράς ή μπορεί να έχει ψυχολογικές αιτίες;
Η ειδικός απαντά ότι εκ πρώτης όψεως, μπορεί να μοιάζει με αγένεια. Ωστόσο, κάποιες φορές αποτελεί προσπάθεια να τεθούν όρια σε κάτι καταχρηστικό που λέγεται ή να διακοπεί μια δυσλειτουργική επικοινωνιακή δυναμική που έχει δημιουργηθεί.
Παράλληλα, προσθέτει ότι «άλλες φορές, η συνεχής διακοπή σχετίζεται με τον τρόπο που το άτομο διαχειρίζεται την προσοχή, το άγχος ή τη σχέση του με τη σιωπή». Το να το ερμηνεύουμε αποκλειστικά ως κακή συμπεριφορά μάς περιορίζει στο προφανές και στο επιφανειακό. Η κατανόηση της διακοπής ως επικοινωνιακού στιλ ή ως δυσκολίας αυτορρύθμισης επιτρέπει μία προσέγγιση πιο κοντά στην ενσυναίσθηση που απέχει από την κριτική διάθεση.
Η διακοπή ως σύμπτωμα άγχους
Στην ψυχολογία παρατηρείται επίσης ότι άτομα με αγχώδη τάση ή όσοι περνούν μια περίοδο έντονου στρες μπορεί να χρησιμοποιούν τη διακοπή ως τρόπο εκτόνωσης της εσωτερικής έντασης. «Το να μιλάς διακόπτει τη δυσφορία της αναμονής και το να μένεις με αυτό που νιώθεις και έχεις στο μυαλό σου», εξηγεί.
Σε ανθρώπους με αυξημένη παρορμητικότητα, είναι δύσκολο να ανασταλεί η παρόρμηση να πουν αυτό που τους έρχεται στο μυαλό, αν και αυτό μπορεί να αλλάξει με συνειδητή προσπάθεια. «Σε άλλες περιπτώσεις, η διακοπή λειτουργεί ως ένας διακριτικός τρόπος ανάκτησης ελέγχου, όταν η συζήτηση δημιουργεί ανασφάλεια ή αίσθημα απειλής», σημειώνει η ψυχολόγος.
Δεν πρέπει επίσης να ξεχνάμε ότι ορισμένοι διακόπτουν επειδή αισθάνονται ανασφάλεια. «Αυτός είναι ένας καθοριστικός παράγοντας», επιβεβαιώνει η ψυχολόγος.
Η διακοπή μπορεί να λειτουργεί ως άμυνα απέναντι στον φόβο ότι δεν θα ακουστούν ή ότι θα «εξαφανιστούν» μέσα στη συζήτηση. Ένα άτομο μπορεί να νιώθει ευάλωτο και να θεωρεί ότι ανακτά τον έλεγχο μόνο μέσω της διακοπής, φοβούμενο ότι διαφορετικά θα νιώσει ότι παραβιάζεται ο χώρος του.
Επιπλέον, όταν κάποιος δεν αισθάνεται πλήρως την αναγνώριση ή την επιβεβαίωση, μπορεί να σπεύσει να πάρει τον λόγο, να διακόψει ή να προηγηθεί, ώστε να διασφαλίσει ότι «υπάρχει».
Η διακοπή ως επικοινωνιακό στιλ και τρόπος λειτουργίας του εγκεφάλου
Η συνήθεια αυτή δεν υποδηλώνει απαραίτητα έναν συγκεκριμένο τύπο προσωπικότητας. Όπως αναφέρθηκε, αποτελεί συχνά έναν τρόπο επικοινωνίας, αλλά και έναν τρόπο λειτουργίας του εγκεφάλου.
«Υπάρχουν άνθρωποι πιο εξωστρεφείς, λεκτικοί και γνωστικά γρήγοροι, όπως και άλλοι πιο στοχαστικοί και αργοί που επίσης διακόπτουν», επισημαίνει η Ρεμπέκα Κάσερες. Πολλά επικοινωνιακά στιλ διαμορφώνονται μέσα στην οικογένεια. Για παράδειγμα, σε σπίτια όπου όλοι μιλούσαν ταυτόχρονα, όπου έπρεπε να «κερδίσεις» μόνος σου τη σειρά σου να μιλήσεις, καθώς μπορεί να μην υπήρχε ο κατάλληλος χώρος να ακουστείς. Γι’ αυτό είναι σημαντικό να έχουμε επίγνωση του δικού μας τρόπου επικοινωνίας και να αποφασίσουμε αν θέλουμε να διατηρήσουμε ένα συγκεκριμένο μοτίβο ή να το αλλάξουμε.
Υπάρχουν επίσης άνθρωποι που οργανώνουν τις σκέψεις τους μιλώντας, κάτι που μπορεί να οδηγεί στο να διακόπτουμε τους άλλους. «Θα μπορούσε να πει κανείς ότι αυτές οι διακοπές είναι συνέπεια αυτού του τρόπου λειτουργίας. Το πρόβλημα εμφανίζεται όταν δεν υπάρχει επίγνωση του αντίκτυπου που έχει αυτό στον άλλον», προειδοποιεί. Ο συνομιλητής μπορεί να αισθανθεί ότι δεν τον υπολογίζουν, ότι αυτά που λέει δεν έχουν σημασία ή απλώς να βιώσει δυσφορία επειδή δεν μπορεί να ολοκληρώσει τη σκέψη του λόγω συνεχών διακοπών.
Πώς μπορούμε να μάθουμε να μιλάμε χωρίς να διακόπτουμε
Αν κάποιος έχει τη συνήθεια να διακόπτει και δεν προσπαθεί συνειδητά να την αλλάξει, μπορεί να φθείρει σταδιακά τις σχέσεις του. «Στις διαπροσωπικές σχέσεις μπορεί να γίνει κουραστικό να μιλάει κανείς σε κάποιον που τον διακόπτει συνεχώς, δεν τον αφήνει να μιλήσει και τελικά κάνει τη συζήτηση εξαντλητική».
Οι άλλοι μπορεί να αισθάνονται ότι δεν ακούγονται, ότι δεν αναγνωρίζονται ή ότι κουράζονται, ακόμη κι αν κατανοούν λογικά ότι δεν υπάρχει κακή πρόθεση. Στον επαγγελματικό χώρο, αυτό το επικοινωνιακό στιλ μπορεί να επηρεάσει την ηγεσία, τη συνεργασία και την αντίληψη σεβασμού.
Γι’ αυτό είναι σημαντικό να καλλιεργείται η επίγνωση και να τίθενται προσωπικά όρια. Το πρώτο βήμα, σύμφωνα με την ψυχολόγο, είναι να αναγνωρίσει κανείς ότι υπάρχει ένα επαναλαμβανόμενο επικοινωνιακό μοτίβο που υποδηλώνει κάτι εσωτερικό και ενδεχομένως δεν είναι ευχάριστο για τους άλλους. Έπειτα, χρειάζεται εξάσκηση στην ανοχή της σιωπής, στην ενεργητική ακρόαση και στην παρατήρηση του συναισθήματος που προκύπτει όταν δεν μιλάμε.
Από την άλλη πλευρά, αν είμαστε εμείς αυτοί που διακόπτουν, είναι χρήσιμο να θέτουμε σαφή όρια με διεκδικητικότητα: «Άφησέ με να ολοκληρώσω, γιατί αυτό είναι σημαντικό για μένα».