Χέρια με μαύρη καρδιά

Ούτε οι υδατάνθρακες ούτε τα λιπαρά είναι ο «εχθρός» της καρδιάς -Τι αποκαλύπτει μεγάλη μελέτη

Με αφορμή τη σημερινή Παγκόσμια Ημέρα Καρδιάς, νέα μεγάλη μελέτη αναδεικνύει ένα διαφορετικό μήνυμα για τη διατροφή: για την καρδιά δεν μετρά μόνο τι περιορίζουμε, αλλά κυρίως η ποιότητα όσων επιλέγουμε.

Για χρόνια, οι συζητήσεις γύρω από τη διατροφή και την καρδιαγγειακή υγεία περιστρέφονται συχνά γύρω από έναν βασικό προβληματισμό: πρέπει να περιορίζουμε περισσότερο τους υδατάνθρακες ή τα λιπαρά;

Νέα ερευνητικά δεδομένα δείχνουν ότι η απάντηση μπορεί να βρίσκεται αλλού. Αυτό που φαίνεται να έχει μεγαλύτερη σημασία δεν είναι απλώς η ποσότητα ενός συγκεκριμένου μακροθρεπτικού συστατικού, αλλά η ποιότητα των τροφών που αποτελούν συνολικά τη διατροφή.

Τι έχει σημασία στη διατροφή για την υγεία της καρδιάς

Η διατροφή αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες που συνδέονται με τον κίνδυνο εμφάνισης καρδιακών παθήσεων.

Ξηροί καρποί/ Φωτογραφία: Unsplash

Τα τελευταία χρόνια, διαφορετικές διατροφικές προσεγγίσεις έχουν δώσει έμφαση είτε στη μείωση των υδατανθράκων είτε στη μείωση των λιπαρών, δημιουργώντας συχνά την εντύπωση ότι ένα από τα δύο πρέπει να περιοριστεί δραστικά για να προστατευθεί η καρδιά.

Η νέα μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο Journal of the American College of Cardiology, εξέτασε τη σχέση ανάμεσα σε διατροφικά πρότυπα χαμηλών υδατανθράκων και χαμηλών λιπαρών και στον κίνδυνο στεφανιαίας νόσου. Οι ερευνητές αξιοποίησαν δεδομένα από τρεις μεγάλες, μακροχρόνιες μελέτες στις Ηνωμένες Πολιτείες, παρακολουθώντας 42.720 άνδρες από τη μελέτη Health Professionals Follow Up Study, 64.164 γυναίκες από τη Nurses’ Health Study και 91.589 γυναίκες από τη Nurses’ Health Study II. Η περίοδος παρακολούθησης εκτεινόταν από το 1986 έως το 2019.

Ελαιόλαδο/ Φωτογραφία: Unsplash

Η στεφανιαία νόσος αποτελεί την πιο συχνή μορφή καρδιακής νόσου και προκαλείται όταν οι αρτηρίες που τροφοδοτούν την καρδιά στενεύουν εξαιτίας της συσσώρευσης αθηρωματικής πλάκας. Η διαδικασία αυτή μπορεί να περιορίσει ή να εμποδίσει τη ροή του αίματος προς την καρδιά και να οδηγήσει σε σοβαρά καρδιαγγειακά συμβάματα.

Το βασικό συμπέρασμα της έρευνας ήταν ότι η ποιότητα των λιπαρών και των υδατανθράκων είχε μεγαλύτερη σημασία για την καρδιακή υγεία από την ποσότητα ενός συγκεκριμένου θρεπτικού συστατικού. Με άλλα λόγια, μια διατροφή χαμηλών υδατανθράκων δεν είναι απαραίτητα καρδιοπροστατευτική μόνο και μόνο επειδή περιέχει λιγότερους υδατάνθρακες, όπως αντίστοιχα μια διατροφή χαμηλών λιπαρών δεν γίνεται αυτόματα καλύτερη για την καρδιά επειδή περιέχει λιγότερο λίπος.

Ρεβίθια/ Φωτογραφία: Unsplash

«Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι οι διατροφικές συστάσεις θα πρέπει να δίνουν έμφαση στην ποιότητα και στις πηγές των τροφών μέσα στα διατροφικά πρότυπα χαμηλών υδατανθράκων και χαμηλών λιπαρών», ανέφερε ο Ζιγιουάν Γου, πρώτος συγγραφέας της μελέτης και μεταδιδακτορικός ερευνητής στο Harvard T.H. Chan School of Public Health.

Ο ίδιος τόνισε ότι η διατροφική συμβουλευτική θα πρέπει να εστιάζει περισσότερο στη συνολική ποιότητα της διατροφής και όχι απλώς στον περιορισμό των υδατανθράκων ή των λιπαρών.

«Τα ευρήματά μας προσφέρουν ένα πρακτικό και ευέλικτο μήνυμα: δεν υπάρχει μία και μοναδική κατανομή μακροθρεπτικών συστατικών που να είναι η καλύτερη για όλους», σημείωσε ο Γου.

Η μελέτη έδειξε ειδικότερα ότι τα διατροφικά πρότυπα χαμηλών υδατανθράκων και χαμηλών λιπαρών συνδέονταν με χαμηλότερο κίνδυνο στεφανιαίας νόσου όταν βασίζονταν σε υψηλής ποιότητας φυτικές τροφές, υγιεινά λιπαρά και ελάχιστα επεξεργασμένους υδατάνθρακες. Αντίθετα, όταν τέτοια πρότυπα περιείχαν περισσότερους επεξεργασμένους υδατάνθρακες, ζωική πρωτεΐνη ή ζωικά λιπαρά, η συσχέτιση με τον κίνδυνο ήταν δυσμενέστερη. SScienceDirect

Για παράδειγμα, τα εξαιρετικά επεξεργασμένα σνακ που διαφημίζονται ως χαμηλά σε λιπαρά μπορεί να εξακολουθούν να έχουν περιορισμένη διατροφική αξία. Το ίδιο ισχύει για προϊόντα που περιέχουν επεξεργασμένους υδατάνθρακες και μεγάλες ποσότητες πρόσθετων συστατικών. Η επιλογή ολόκληρων και ελάχιστα επεξεργασμένων τροφών φαίνεται να έχει μεγαλύτερη σημασία από την εμμονή με έναν συγκεκριμένο αριθμό στη διατροφική ετικέτα.

Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι η καθημερινή διατροφή μπορεί να βασίζεται περισσότερο σε φρούτα, λαχανικά, όσπρια όπως φασόλια, αρακά και φακές, ξηρούς καρπούς, σπόρους και δημητριακά ολικής άλεσης. Πρόκειται για τροφές που προσφέρουν σημαντικά θρεπτικά συστατικά και μπορούν να αποτελέσουν τη βάση ενός διατροφικού προτύπου που δεν στηρίζεται στην ακραία αποφυγή ούτε των υδατανθράκων ούτε των λιπαρών.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και το είδος των λιπαρών. Η αντικατάσταση κορεσμένων λιπαρών, τα οποία βρίσκονται μεταξύ άλλων σε αρκετά ζωικά προϊόντα, καθώς και στο λάδι καρύδας και στο φοινικέλαιο, με ακόρεστα λιπαρά μπορεί να αποτελεί πιο ουσιαστική διατροφική αλλαγή. Το ελαιόλαδο, το αβοκάντο και οι ξηροί καρποί αποτελούν χαρακτηριστικές πηγές ακόρεστων λιπαρών.

Φρούτα/ Φωτογραφία: Unsplash

Παράλληλα, η έρευνα ενισχύει την αξία των φυτικών τροφών ως βασικού μέρους μιας ποιοτικής διατροφής. Ο συνδυασμός φρούτων, λαχανικών, οσπρίων, ξηρών καρπών, σπόρων, δημητριακών ολικής άλεσης και καλών πηγών λιπαρών μπορεί να ενταχθεί τόσο σε ένα διατροφικό πρότυπο χαμηλότερο σε υδατάνθρακες όσο και σε ένα πρότυπο χαμηλότερο σε λιπαρά, χωρίς να απαιτείται η απόλυτη αποφυγή κάποιας από τις δύο κατηγορίες.

Το μήνυμα για όσους προσπαθούν να βελτιώσουν τη διατροφή τους είναι επομένως περισσότερο ευέλικτο από τις αυστηρές δίαιτες που επικεντρώνονται στην αφαίρεση ενός μόνο συστατικού. Αντί να αποτελεί αυτοσκοπό η καταμέτρηση των γραμμαρίων υδατανθράκων ή λιπαρών, μεγαλύτερη αξία μπορεί να έχει η προσοχή στην προέλευση, στην επεξεργασία και στη συνολική θρεπτική αξία των τροφών.

Οι ερευνητές υπογραμμίζουν ότι δεν υπάρχει μία ιδανική αναλογία μακροθρεπτικών συστατικών που να ταιριάζει σε όλους. Αυτό σημαίνει ότι ένα διατροφικό πρότυπο χρειάζεται να είναι όχι μόνο ποιοτικό, αλλά και ρεαλιστικό και βιώσιμο για το κάθε άτομο.

Η συνολική εικόνα της μελέτης είναι σαφής: η προστασία της καρδιάς δεν φαίνεται να εξαρτάται από την επιλογή ανάμεσα σε υδατάνθρακες και λιπαρά. Περισσότερο σημασία έχει το τι είδους υδατάνθρακες και λιπαρά καταλήγουν τελικά στο πιάτο.